ἔγκριτος

ἔγ-κρῐτος, ον,
A admitted, accepted, Pl.Lg.966d, IG12(9).189.9 (Eretria, iv B. C.);

ἔ. θεά Herod.Med.

in Rh.Mus.58.106.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκριτος — admitted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκριτος — η, ο (AM ἔγκριτος, ον) μσν. νεοελλ. 1. (για πρόσ.) διαπρεπής, εξαίρετος («έγκριτος δικηγόρος») νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. οι έγκριτοι όσοι ξεχωρίζουν ή διακρίνονται («οι έγκριτοι τού χωριού») αρχ. αυτός που γίνεται δεκτός ή παραδεκτός …   Dictionary of Greek

  • ἐγκριτώτερον — ἔγκριτος admitted masc acc comp sg ἔγκριτος admitted neut nom/voc/acc comp sg ἔγκριτος admitted adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκριτον — ἔγκριτος admitted masc/fem acc sg ἔγκριτος admitted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίτοις — ἔγκριτος admitted masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίτου — ἔγκριτος admitted masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίτους — ἔγκριτος admitted masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίτων — ἔγκριτος admitted masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίτῳ — ἔγκριτος admitted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκριτα — ἔγκριτος admitted neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκριτοι — ἔγκριτος admitted masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.